“H Λήδα δεν είναι ο τύπος που ζητάει καθοδήγηση. Δημιουργεί το δικό της μονοπάτι για τον εαυτό της, και παρόλο που αυτό έχει πολλές στροφές, δεν μπορεί παρά να είναι το δικό της μονοπάτι”. Leda Rafanelli, περιθωριακό σημείωμα.
Συγγραφέας, αναρχική, εκδότρια και προσηλυτισμένη στο Ισλάμ, η Leda Rafanelli έζησε την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία. Ήταν συγγραφέας περισσότερων από δώδεκα μυθιστορημάτων και ιδρύτρια ενός από τους σημαντικότερους ελευθεριακούς εκδοτικούς οίκους του 19ου αιώνα. Γεννημένη σε μια ταπεινή οικογένεια στην Τοσκάνη, η Λήδα ήταν ταλαντούχα συγγραφέας από την εφηβεία της. Σε ηλικία 20 ετών, μετά από κάποιο σκάνδαλο, μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η οποία είχε μεγάλη κοινότητα Ιταλών ομογενών. Ήρθε σε επαφή με το αναρχικό κίνημα της περιοχής, συμπεριλαμβανομένου του συγγραφέα και ποιητή Giuseppe Ungaretti. Γρήγορα απέκτησε φήμη «προπαγανδίστριας» για τις ικανότητές της ως συγγραφέα, καθώς και για την εκμάθηση της χρήσιμης εκδοτικής δεξιότητας της στοιχειοθεσίας.
Εκείνη την εποχή, ο όρος προπαγάνδα αναφερόταν σε κάθε είδους πειστική γραφή και όχι σε μεροληπτικά ή παραπλανητικά κείμενα που αναπτύχθηκαν για να υποστηρίξουν μια συγκεκριμένη πολιτική άποψη. Πολλά από τα πρώιμα γραπτά της Λήδας διανεμήθηκαν ως μπροσούρες και άρθρα, με σκοπό να φτάσουν στο ευρύτερο δυνατό κοινό, προκειμένου να διαδώσουν το πολιτικό της μήνυμα. Τα γραπτά της θα μπορούσαν να εκληφθούν καλύτερα ως κοινωνικές κριτικές, υποκινούμενες από την ενσυναίσθηση για τα βάσανα των απλών ανθρώπων που ζούσαν υπό καταπιεστική κυριαρχία, εστιάζοντας στη ζωή χαρακτήρων που διαφορετικά αγνοούνταν – αδικημένων και απόκληρων, τοποθετημένων σε άσυλα, οίκους ανοχής και φυλακές, κατά το πρότυπο του Γάλλου συγγραφέα Εμίλ Ζολά. Έγραψε επίσης για θέματα αναρχικής φιλοσοφίας και τρέχουσας πολιτικής.
Αν και επικριτική απέναντι στους ρόλους των φύλων και τους περιορισμούς της γυναικείας σεξουαλικότητας, η Λήδα περιφρονούσε το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, προσχωρώντας στην πίστη στις διαφορές των φύλων σε βαθμό που θεωρούσε ότι οι άνδρες ήταν «φύσει» ανώτεροι των γυναικών.
Στην Αίγυπτο, σε ηλικία 20 ετών, η Λήδα ασπάστηκε το Ισλάμ. Έκρινε θετικά τους αραβικούς πολιτισμούς με τους οποίους ήρθε σε επαφή, οι οποίοι ερχόταν σε αντίθεση με τις εμπειρίες της από την Ευρώπη που εκείνη την εποχή βρισκόταν σε ραγδαία εκβιομηχάνιση. Με μια κατανόηση του Ισλάμ που είχε επιρροές από τους Σούφι, θεωρούσε ότι η πίστη υποστήριζε τη φυσική αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, πίστευε στη «φυσική» τάξη των ισλαμικών κοινωνιών (την οποία θεωρούσε ανώτερη από τους ευρωπαϊκούς πολιτικούς θεσμούς) και ένιωθε την αίσθηση του «θελήματος του Θεού» – μια φράση που επανέρχεται συχνά στα γραπτά της για τις αραβικές κοινωνίες. Έγραψε αρκετά διηγήματα, κυρίως για παιδιά, που διαδραματίζονται στη Βόρεια Αφρική, προκειμένου να μοιραστεί τις αντιλήψεις της για τον αραβικό πολιτισμό και το Ισλάμ.
Η βιογράφος Andrea Pakieser περιγράφει τη σχέση της Λήδας με το Ισλάμ ως μια ιδιωτική πνευματική πηγή που τροφοδοτούσε την εσώτερη ζωή της, σε αντίθεση με τη δημόσια και κοσμική ζωή της ως εκδότριας και πολιτικής ακτιβίστριας. Ελλείψει ανεπτυγμένης μουσουλμανικής κοινότητας στην Ιταλία, η εκδοχή της Λήδας για το Ισλάμ αναπτύχθηκε κυρίως σύμφωνα με τις δικές της αναγνώσεις της ισλαμικής και αραβικής λογοτεχνίας. Σπούδασε την αραβική γλώσσα προκειμένου να διαβάσει το Κοράνι και να εξερευνήσει σε βάθος τη θρησκεία. Αν και κατά μία έννοια η πίστη της ήταν ιδιωτική, επιδεικνυόταν επίσης μέσω της υιοθέτησης εξωτικού ψευδο-«ανατολίτικου» στυλ ντυσίματος, που περιελάμβανε μακριά καφτάνια, καλύμματα κεφαλής και πολλαπλά κοσμήματα, καθώς και μέσω της πιστής τήρησης της νηστείας του Ραμαζανιού. Σε συνάρτηση με το σεβασμό της προς τον ισλαμικό πολιτισμό, ήταν σθεναρά αντίθετη προς την αποικιοκρατία, άποψη που εκφράστηκε ιδιαίτερα στο μυθιστόρημά της Η όαση, το οποίο δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Etienne Gamalier.
Το πρώτο της μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1904 και περιλαμβάνει τις περιπέτειες δύο αδελφών, ενώ εισάγει το θέμα του ελεύθερου έρωτα. Ως υπέρμαχος του «ελεύθερου έρωτα», έζησε μια περιπετειώδη ρομαντική ζωή, ενώ κάποια στιγμή κυνηγήθηκε ακόμη και από τον Μπενίτο Μουσολίνι στις προφασιστικές του μέρες. Είχε πολλούς εραστές κατά τη διάρκεια της ζωής της. Αν και παντρεύτηκε τον Luigio Polli το 1902, είχε 23 χρόνια σχέσης με τον Guiseppe Monanni. Είχε επίσης σχέσεις με τον φουτουριστή ζωγράφο Carlo Carrà, τον ραβίνο Emanuel Taamrat και τον στρατιώτη/διερμηνέα Adem Surur, μεταξύ πολλών άλλων.
Μαζί με τον μακροχρόνιο εραστή της Monanni, ίδρυσε έναν ελευθεριακό εκδοτικό οίκο, ο οποίος θα περνούσε από διάφορες εκδοτικές μορφές λόγω της πίεσης των φασιστών που είχαν καταλάβει την εξουσία το 1922. Εξέδιδε βιβλία, περιοδικά και μπροσούρες που εκδίδονταν σποραδικά μέχρι την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Leda και Monnani διαπίστωσαν ότι μέσα στο κατασταλτικό κλίμα της Ιταλίας του Μουσολίνι, η ανατρεπτική μυθοπλασία διέφευγε της λογοκρισίας πιο εύκολα από τα πιο κραυγαλέα πολιτικά κείμενα. Ο οίκος παρήγαγε επίσης μεταφράσεις άλλων έργων στα ιταλικά, μεταξύ των οποίων το έργο των Maxim Gorky, Upton Sinclair, George Bernard Shaw, Aldous Huxley και Friedrich Nietzsche.
Το 1944, η Λήδα μετακόμισε στη Γένοβα για να ζήσει με την οικογένεια του γιου της. Παρέμεινε στη Γένοβα μετά τον θάνατό του το ίδιο έτος για το υπόλοιπο της ζωής της. Έβγαζε χρήματα από τη χαρτομαντεία και εξερεύνησε τα ενδιαφέροντά της για τις ανατολικές φιλοσοφίες, ενώ παράλληλα επεξεργαζόταν μια ημι-αυτοβιογραφική ιστορία του ιταλικού αναρχικού κινήματος του 20ού αιώνα, η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το έργο της έχει συγκεντρωθεί στο αρχείο Camillo Berneri στο Reggio Emilia. Εξαιρετική, συναρπαστική και ενίοτε παράδοξη, η Λήδα Ραφανέλι ήταν μια γυναίκα που είχε το θάρρος να αψηφήσει τις προσδοκίες της εποχής της.
Πηγή: https://sister-hood.com/sister-hood-staff/leda-rafanelli-1880-1971/
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Σίσυφος
Αναδημοσίευση από: https://polyamorygr.wordpress.com/2025/07/04/01-48/
