Φεμινισμοί της κατάργησης και κόσμοι που δεν (επανα)τραυματίζουν

Φεμινισμοί της κατάργησης και κόσμοι που δεν (επανα)τραυματίζουν

Φεμινισμοί της κατάργησης και κόσμοι που δεν (επανα)τραυματίζουν 525 697 positiv

Κατερίνα Στάμου*

 


 

Περίληψη

Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του κοινοτικού μαθήματος για τους φεμινισμούς της κατάργησης που πραγματοποιήθηκε στο Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο έρευνας το φθινόπωρο του 2022 στην Αθήνα, σε συντονισμό της Άννας Καραστάθη. Ασχολείται με τους φεμινισμούς της κατάργησης ως προεικονιστική πολιτική θεωρία και πράξη εστιάζοντας στο όραμά τους για το χτίσιμο κόσμων που δεν (επανα)τραυματίζουν. Θέτοντας ως σημείο εκκίνησης την παραδοχή ότι το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελεί τον κατεξοχήν μηχανισμό πρόκλησης (επανα)τραυματισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, το άρθρο επιχειρεί να σκιαγραφήσει με διακριτό τρόπο πώς οι φεμινισμοί της κατάργησης προσφέρουν δυνατότητες ατομικής και συλλογικής επούλωσης μέσα από πολιτικές πράξεις μετασχηματισμού του τρόπου διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων και της βλάβης, ενθαρρύνοντας μια κουλτούρα συμπόνιας ενάντια στην κυρίαρχη κουλτούρα τιμωρίας και βίας του φυλακικού συστήματος. Αντλώντας υλικό από μια κατά βάση ξενόγλωσση βιβλιογραφία αποτελούμενη από κείμενα ακτιβιστριών-συγγραφέων της φεμινιστικής καταργητικής γενεαλογίας των ΗΠΑ, όπως η Angela Y. Davis, η adrienne maree brown και η Mariame Kaba, στο άρθρο επιχειρώ να ιχνηλατήσω την προσέγγιση αυτών σε έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η βλάβη και το συναίσθημα, επιδιώκοντας να αναδείξω τις συναισθηματικές και σχεσιακές όψεις του φεμινιστικού καταργητικού κινήματος και των πρακτικών της επουλωτικής και μεταμορφωτικής δικαιοσύνης. Λαμβάνοντας υπόψη πρόσφατες κριτικές αναφορές ενημερωμένες σχετικά με την κοινωνική διάσταση του τραύματος, το άρθρο καταλήγει υπογραμμίζοντας τη διαλογική σχέση ανάμεσα στην κατάργηση και την επούλωση, την ολιστική διάσταση της πολιτικής σκέψης και πράξης των φεμινισμών της κατάργησης, καθώς και την αναγκαιότητα του καταργητισμού στη φροντίδα της ψυχικής υγείας και διαφόρων άλλων, αλληλένδετων πτυχών της ζωής.

——————————————————————————————-

Σε μια συνέντευξή της από το 2019, η ακτιβίστρια και εκπαιδεύτρια Mariame Kaba λέει πως ως καταργήτρια ενδιαφέρεται για δύο πράγματα: «τις σχέσεις και το πώς θα αντιμετωπίσουμε τη βλάβη». Και συνεχίζει: «Ο λόγος που είμαι καταργήτρια είναι επειδή γνωρίζω ότι οι φυλακές, η αστυνομία και τα συστήματα παρακολούθησης προκαλούν απεριόριστη βλάβη. Εάν σκοπός μου είναι να βάλω ένα τέλος στη βλάβη, τότε δεν μπορώ να υποστηρίζω τη θανατική ποινή και τους επιβλαβείς θεσμούς. Αυτό που πραγματικά προσπαθώ είναι να εξαλείψω τη βλάβη, όχι να την αναπαράγω, ούτε να την ενισχύσω ή να τη διατηρήσω» (Kaba, 2021, σελ. 155).  Τα λόγια της Kaba περιγράφουν με σύντομο και ξεκάθαρο τρόπο πώς η κατάργηση των φυλακών, της αστυνομίας και των συστημάτων ελέγχου συνεπάγεται την κατάργηση πρόκλησης των αλλεπάλληλων και πολλαπλών μορφών βλάβης και βίας που προκαλεί το λεγόμενο φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Παρόλο που η βλάβη και το τραύμα δεν είναι δύο απόλυτα ταυτόσημες έννοιες, αξίζει να δούμε την αλληλένδετη σχέση τους μέσα από τον τρόπο που τις προσεγγίζουν οι φεμινισμοί της κατάργησης, διακρίνοντας στο όραμα της φεμινιστικής καταργητικής σκέψης και πράξης τη μείωση της πρόκλησης τόσο της μιας, όσο και της άλλης. Σύμφωνα με την adrienne maree brown (UC Santa Cruz, 2021), η πρόκληση βλάβης σχετίζεται με το τραύμα μιας βαθιά ρατσιστικής, ανταγωνιστικής και καπιταλιστικής ετεροπατριαρχίας. Για εκείνη, αυτό που χρειάζεται για τη μείωση της βλάβης δεν είναι άλλο από την επούλωση των τραυμάτων που προκαλεί το σύστημα θεσμών και ιδεών που διαχρονικά και πολλαπλώς μας υποτιμά, στερώντας μας την υποστήριξη που αξίζουμε, με αποτέλεσμα οι πληγές μας να πονούν ακόμα. Σε μια χρονική στιγμή σαν τη σημερινή, όπου η συζήτηση γύρω από το τραύμα –ατομικό ή/και συλλογικό– αρθρώνεται κυρίως με όρους προνομίων και αποκλεισμών, οι πρακτικές της επουλωτικής και μεταμορφωτικής δικαιοσύνης τοποθετούν τη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων εντός δυνατοτήτων επούλωσης, πέραν της διαιώνισης δομών και συμπεριφορών κακοποίησης και (επανα)τραυματισμού. Τη σχέση μεταξύ επούλωσης και φεμινισμών της κατάργησης νιώθω την ανάγκη να τονίσω ύστερα από τα αναγνώσματα και τις συζητήσεις της συλλογικής διαδρομής στην οποία συμμετείχα στο πλαίσιο του κοινοτικού μαθήματος για τους φεμινισμούς της κατάργησης, το περασμένο φθινόπωρο στο Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο έρευνας· το άρθρο αυτό είναι η προσπάθειά μου να μοιραστώ την επίδραση που η διαδικασία αυτή είχε σε εμένα, και ο τρόπος μου να αποδώσω την προσωπική μου μετάφραση αυτής ως κινητήρια δύναμη για το χτίσιμο κόσμων που δεν (επανα)τραυματίζουν.

Προκειμένου να κατανοήσουμε την πολιτική σημασία της επούλωσης του τραύματος, αλλά και τη σχέση που αυτή έχει με τους φεμινισμούς της κατάργησης, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε στο πρόσωπο της αστικής δικαιοσύνης και των ελεγκτικών μηχανισμών της (όπως είναι για παράδειγμα τα συστήματα της φυλακής και της αστυνομίας) τις τακτικές εκείνες που συντηρούν και αναπαράγουν το τραύμα. Με άλλα λόγια, να αναγνωρίσουμε ότι το πλέον παγκοσμιοποιημένο φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και οι θεσμοί του αποτελούν τον κατεξοχήν μηχανισμό πρόκλησης (επανα)τραυματισμού τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Με τη λέξη τραύμα αναφέρομαι εξίσου στο ψυχικό όσο και το σωματικό τραύμα, λαμβάνοντας υπόψη την αδιαχώριστη σχέση σώματος και ψυχής: και αυτό όχι μόνο γιατί το ψυχικό τραύμα εδρεύει στο σώμα, αλλά και γιατί η διαγενεακή βία που ξεσπά στα καταπιεσμένα σώματα με τη μορφή πατριαρχικής, λευκής, οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας εδρεύει εξίσου στην ψυχή, συντηρώντας έναν διαχρονικό φαύλο κύκλο (επανα)τραυματισμού της ψυχικής υγείας τον οποίο το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα όχι μόνο αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει, αλλά πυροδοτεί σε ανυπολόγιστο βαθμό. Η σχέση μεταξύ τραύματος και φυλακής μπορεί να εντοπιστεί και μέσω μιας ακόμη, διπλής παραδοχής: πρώτον, ότι η φυλακή και το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποτελούν τραυματική συνθήκη για όλους τους ανθρώπους που θα βρεθούν πρωτογενή ή δευτερογενή θύματά του, με τις καταπιεσμένες και περιθωριοποιημένες ομάδες να αποτελούν τον συνηθέστερο και ευαλωτότερο στόχο του. Δεύτερον, ότι το τραύμα βιώνεται ως φυλακή (sic), ως εγκλωβιστική συνθήκη για το άτομο που το ζει, ακόμα και όταν η τραυματική εμπειρία καταλαμβάνει χώρο στο ψυχόσωμά του (Maté, 2022, σελ. 37) εξαιτίας παραγόντων της ζωής που δεν συνδέονται με την καθαυτό εμπειρία της φυλάκισης ή με άλλους εμφανείς πολιτικοκοινωνικούς παράγοντες. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η αναφορά στην έννοια της φυλακής στον τίτλο του έργου Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας της Άλις Μίλερ (Alice Miller) –στο οποίο η σπουδαία ψυχολόγος εμβαθύνει στα αίτια και στις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας– φωτίζει ακόμα περισσότερο τη συμβολική σύνδεση μεταξύ φυλακής και τραύματος. Όπως σημειώνει ο Gabor Maté στο τελευταίο του βιβλίο The Myth of Normal, «το τραύμα διαπερνά την κουλτούρα μας, από την ατομική μας λειτουργία μέχρι τις κοινωνικές σχέσεις, τη γονεϊκότητα, την οικονομία, την πολιτική» και «οι συνέπειες αυτού για τους ανθρώπους και τον πλανήτη είναι τεράστιες» (στο ίδιο, σσ. 20, 245).

Ο (επανα)τραυματισμός ως βιοπολιτική στους κόσμους που κατασκευάζει το φυλακικό σύστημα δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσω της άμεσης πρόκλησης τραύματος, αλλά και της έλλειψης ενδιαφέροντος απέναντι στο τραύμα από τους φορείς εκείνους που το σύστημα αναπαριστά ως πηγές κοινωνικής ασφάλειας και δικαιοσύνης. Στο τελευταίο έγκεινται και τα δυο επικρατέστερα επιχειρήματα για τη διατήρηση του φυλακικού συστήματος: το πρώτο αφορά την υπόσχεση παροχής ασφάλειας η οποία επιτυγχάνεται μέσω του τρόπου με τον οποίο η αστική δικαιοσύνη κατασκευάζει το δίπολο αθωότητας και ενοχής. Καλλιεργώντας την προσήλωση στο παραπάνω δίπολο, η αστική δικαιοσύνη είναι προσκείμενη στο να παραβλέπει τα κοινωνικά αίτια κατασκευής τόσο της αθωότητας όσο και της ενοχής, με τη δεύτερη να είναι φτιαγμένη από τις ίδιες τακτικές αποκλεισμού και προκατάληψης που συντελούν στην κατασκευή των άλλων. Το δεύτερο επιχείρημα άπτεται των διαδικασιών απόδοσης δικαιοσύνης μέσω των πράξεων υποτιθέμενης δικαίωσης των ατόμων που υπήρξαν θύματα από την πρόκληση βλάβης. Ενάντια στο πλέγμα εξουσίας που συγκροτείται από ένα πατριαρχικό, τρανσφοβικό, ρατσιστικό και μισαναπηρικό σύστημα αξιών, οι φεμινισμοί της κατάργησης προεικονίζουν μια διαφορετική θεώρηση ως προς την αντιμετώπιση της βλάβης και τη δικαίωση των επιζωσών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την υλική, ηθική και συναισθηματική υποστήριξη προς τις επιζώσες έμφυλης βίας, το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα «δεν ισχυρίζεται καν ότι ενδιαφέρεται για το αν εκείνες θεραπεύονται από τα τραύματα της κακοποίησής τους» (Kaba, 2021, σελ. 134), ενώ ο περιορισμένος αριθμός πρακτικών που αυτό προσφέρει αδυνατεί να θρέψει το κατάλληλο έδαφος τόσο για την ασφάλεια της ζωής τους όσο και για τη διαχείριση των συναισθημάτων τους. Όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα, το κράτος όχι μόνο αφήνει τις θηλυκότητες εκτεθειμένες απέναντι στην έμφυλη βία, αλλά επιπλέον την αναπαράγει, εγκαθιδρύοντας και φυσικοποιώντας τη διαμέσου συστημικών τακτικών βίας που προσιδιάζουν μια έμφυλα προσδιορισμένη κακοποιητική σχέση: συναισθηματική και οικονομική κακοποίηση, εκφοβισμός, απομόνωση, υποτίμηση και εκμετάλλευση των παιδιών ως αντικείμενα πρόκλησης πόνου στην επιζώσα είναι μερικές μόνο από τις κακοποιητικές πρακτικές που εφαρμόζει το ίδιο το κράτος απέναντι στις θηλυκότητες (Davis, Gent, Meiners και Richie, 2022). Εκτός αυτού, οποιαδήποτε πρακτική πέρα από τους νόμους της αστικής δικαιοσύνης παρουσιάζεται ως ριψοκίνδυνη και ανεύθυνη από το ίδιο το σύστημα (Kaba, 2021), ενώ η εσωτερικευμένη και αμετανόητη δυσπιστία, ως μορφή επιπρόσθετης βίας, με την οποία οι επιζώσες έρχονται αντιμέτωπες από το στάδιο της καταγγελίας έως το τέλος της διαδικασίας της δίκης, με ερωτήσεις και συμπεράσματα που προσβάλλουν, αμφισβητούν και περιφρονούν τα βιώματά τους, λειτουργεί επανατραυματικά, υποσκάπτοντας ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα να ανακτήσουν την αυτοδιάθεσή τους (στο ίδιο, σελ. 142).

Οι φεμινισμοί της κατάργησης αγωνίζονται για έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της βλάβης και του τραύματος που αυτή προξενεί, πέρα από την αναπαραγωγή μιας κουλτούρας δυσπιστίας ή τιμωρίας, υπογραμμίζοντας την αλληλένδετη σχέση έμφυλης, ρατσιστικής, οικονομικής και συστημικής βίας. Όπως επισημαίνει και πάλι η Kaba: «Όταν δίνεις προτεραιότητα στην τιμωρία, σημαίνει ότι η πατριαρχία παραμένει ισχυρά στη θέση της. Και αν ενδιαφέρομαι ουσιαστικά να διαλύσω τα συστήματα καταπίεσης, πρέπει να ξεφορτωθώ την τιμωρία. Αλλά θέλω ανάληψη ευθύνης και θέλω αυτό να βρίσκεται στο επίκεντρο της αλληλεπίδρασής μου με τους άλλους ανθρώπους» (στο ίδιο, σελ. 146). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα σκιαγραφεί τους ανθρώπους που έχουν προξενήσει βλάβη ως άτομα τα οποία είναι αδύνατο να αισθανθούν την ανάγκη της ανάληψης ευθύνης και υπαιτιότητας των πράξεών τους (στο ίδιο, σσ. 139-147), και ότι ο μόνος ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι μέσω ενός τιμωρητικού εξαναγκασμού, όπως η φυλάκιση. Ενώ χρειάζεται να κατανοήσουμε τον περιοριστικό τρόπο σκέψης της αστικής δικαιοσύνης ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία της μεταμορφωτικής δικαιοσύνης και των προσωπικών και συλλογικών διεργασιών που αυτή προτείνει για τη μείωση της βλάβης, η μεταμορφωτική δικαιοσύνη δεν αποσκοπεί μονάχα στη διαδικασία ειλικρινούς ανάληψης ευθυνών από τη μεριά των δραστών, αλλά σε «οτιδήποτε δημιουργεί περισσότερη ασφάλεια, δικαιοσύνη ή επούλωση για τα άτομα που έχουν επιβιώσει από τη βία, την κακοποίηση ή τη βλάβη το οποίο δεν βασίζεται στους μπάτσους ή στα δικαστήρια. Μπορεί να σημαίνει ότι ο δράστης μεταμορφώνεται, ή απλά ότι η επιζώσα βγαίνει από αυτό ζωντανή» (Dixon και Piepzna-Samarasinha, 2021). Η παρατήρηση αυτή αποσαφηνίζει ότι στη φιλοσοφία της μεταμορφωτικής δικαιοσύνης η απουσία ανάληψης ευθύνης από τον δράστη δεν μεταφράζεται ως αποτυχία για την επιζώσα και δεν περιορίζει τη δυνατότητα επούλωσής της, ενώ, όπως τονίζει και η διαμεσολαβήτρια επανορθωτικής δικαιοσύνης Αλέξια Στουραΐτη, η μεταμορφωτική δικαιοσύνη αμφισβητεί και την άποψη που θέλει την εκδίκηση να αποτελεί το μονόδρομο της επιθυμίας της (προσωπική επικοινωνία, 30 Νοεμβρίου 2022). Όπως εύστοχα λέει η Leah Lakshmi Piepzna-Samarasinha, «δικαιοσύνη είναι η ζωή που δημιουργείς για την εαυτή σου» (Dixon και Piepzna-Samarasinha, 2021).

Σε αντίθεση με την αστική δικαιοσύνη που προσεγγίζει τη δικαίωση μέσω του εγκλεισμού, της τιμωρίας και του τι θα ακολουθήσει κατόπιν της πρόκλησης βλάβης, οι φεμινισμοί της κατάργησης εστιάζουν στο ποιες συνθήκες προηγήθηκαν της βλάβης και στο ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό συγκείμενο που επέτρεψε ή ενθάρρυνε την πρόκλησή της: καταπιέσεις όπως ο ρατσισμός, η φτώχεια, η ασθένεια και η αναπηρία είναι μερικοί μόνο από τους κοινωνικούς παράγοντες  που συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση ανθρώπων και μετέπειτα στην παραβατικότητα, η οποία πολύ συχνά ορίζεται με ταξικά, μισαναπηρικά και ρατσιστικά κριτήρια, οδηγώντας μας να σκεφτούμε ότι αυτό που οι άνθρωποι χρειάζονται δεν είναι η τιμωρία, αλλά η στέγαση, η δωρεάν εκπαίδευση και η ισότιμη και δωρεάν πρόσβαση σε φροντιστικές και ενήμερες γύρω από το τραύμα δομές περίθαλψης· ένα μεγάλο, δηλαδή, οικοσύστημα για τη φροντίδα της ψυχικής υγείας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες «υπάρχουν αυτή τη στιγμή περισσότεροι άνθρωποι με ψυχικές και συναισθηματικές διαταραχές στη φυλακή από ό,τι στα ψυχιατρεία» (Davis, 2003, σελ. 10), ένδειξη ότι η χρήση των εργαλείων του φυλακικού κράτους είναι πανταχού παρούσα ως η μοναδική απάντηση για κάθε είδους πρόβλημα. Στην Ελλάδα αυτό συναντάται, μεταξύ άλλων, και μέσω του ρόλου διαμεσολάβησης της αστυνομίας ως «μεταφορέα» ανθρώπων με ψυχικές ασθένειες κατόπιν εισαγγελικής παρέμβασης, μια άκρως προβληματική τακτική διαιώνισης του στίγματος της ψυχικής υγείας και (επανα)τραυματισμού. Επιπρόσθετη απόδειξη για την αποτυχία της φυλακής ως σύστημα αντιμετώπισης του εγκλήματος αποτελεί το γεγονός ότι, πάλι στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των κρατουμένων επιστρέφουν στις φυλακές μετά την αποφυλάκισή τους, σύμφωνα με την ψυχολόγο και απόφοιτη του τμήματος ψυχιατροδικαστικής στην Αθήνα, Κετιόνα Μαλλόλη (προσωπική επικοινωνία, 8 Νοεμβρίου 2022), καθώς τα εργαλεία και το περιβάλλον που έχουν στη διάθεσή τους είναι ανίκανα να τους προσφέρουν τη δυνατότητα μετασχηματισμού που χρειάζονται.

Στο συνηθέστερο ερώτημα «τι θα γίνει με τους κακούς ανθρώπους αν οι φυλακές και η αστυνομία καταργηθούν», νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται είναι να αναρωτηθούμε πόση και τι είδους ασφάλεια χρειαζόμαστε και εν τέλει μας επιστρέφεται προκειμένου να εναποθέτουμε το προσωπικό μας αίσθημα δικαιοσύνης σε ένα σύστημα που στερεί από τους ανθρώπους την αξιοπρέπεια και τη δυνατότητα αλλαγής των εαυτών και της ζωής τους προς το καλύτερο. Στρέφοντας το ερώτημα αυτό σε εμάς μπορούμε να σκεφτούμε, όπως αναφέρει η adrienne maree brown (UC Santa Cruz, 2021), πώς θα θέλαμε εμείς «να έρθουμε αντιμέτωποι με τη χειρότερή μας μέρα, πώς θα θέλαμε να μας υπερασπιστούν, να μας προστατεύσουν, να μας δουν και να μας κρατήσουν υπαίτιες/α/ους των πράξεών μας όταν εμείς προξενήσουμε τη βλάβη. Δεn θέλουμε να μας πιάσει η αστυνομία, να μας καταδώσουν, να μας πάνε για θανατική ποινή, να βρεθούμε πίσω από τα κάγκελα. Θέλουμε να μας δώσουν την ευκαιρία να αλλάξουμε, γιατί ξέρουμε πως δεν είμαστε κακοί άνθρωποι».

Οι ολέθριες συνέπειες του τραύματος στην ανθρώπινη ζωή όταν αυτό παραμείνει ανεπεξέργαστο δεν είναι ασύνδετες με τα πολλαπλά καταπιεστικά συστήματα από τα οποία βάλλονται οι ζωές μας. Αντίθετα, πολύ συχνά είναι τα συστήματα αυτά που λειτουργούν ως αιτίες πρόκλησής του. Η έννοια της φυλακής δεν εντοπίζεται μονάχα στη χωρική διάσταση ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος μαζικών φυλακίσεων, ελέγχου, τιμωρίας, αστυνόμευσης, ρατσισμού, έμφυλης βίας και πολιτικού ελέγχου που επιτελείται στο όνομα της αστικής δικαιοσύνης και που πολύ συχνά κοστίζει την ίδια τη ζωή∙ επεκτείνεται σε ποικίλες συναισθηματικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές συνυποδηλώσεις. Στην ανατροφοδοτούμενη σχέση μεταξύ συστημάτων καταπίεσης και συστημάτων σκέψης, φυσικοποιείται μια κουλτούρα που ανενδοίαστα παραμένει κακοποιητική και τραυματική, ένα σύστημα πολλαπλών μορφών βίας που εσωτερικεύεται. Υπό το πρίσμα της διαθεματικής, καταργητικής φεμινιστικής προσέγγισης, μπορούμε να μιλήσουμε για την κουλτούρα των φυλακών ή της τιμωρίας ως αναπόσπαστο φαινόμενο της ατμοσφαιρικότητας της βίας (Καραστάθη, 2018,  σσ. 6-15) και των εσωτερικεύσεων που αυτή δημιουργεί διαδρώντας με μορφές κουλτούρας όπως εκείνη του βιασμού, και με ανάλογο τρόπο να ενδιαφερθούμε να εντοπίζουμε και να καταπολεμάμε μέρα με τη μέρα τα εσωτερικευμένα ψήγματα που αυτό το «στοιχειολογικό καθεστώς που μιμείται το φυλακικό» αφήνει μέσα μας (Dillon, 2022, σελ. 185). Να δεσμευτούμε με απαλότητα και ειλικρίνεια απέναντι στη μη πρόκληση βλάβης, κοιτάζοντας έτσι με θάρρος και ειλικρίνεια τη βία από την οποία εμείς έχουμε περάσει, τη βία που έχουμε υποστεί και ενδεχομένως εσωτερικεύσει (Cullors, 2022, σελ. 161).

Η αχρηστία των φυλακών και των ιδεών που τις συνοδεύουν εγκαθιδρύοντάς τες και αναπαράγοντάς τες στον κόσμο του πλανήτη και τους μικρόκοσμους των σχέσεών μας αποτελεί μια από τις αλήθειες που οι φεμινισμοί της κατάργησης επιθυμούν να φωτίσουν. Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσω της υπογράμμισης και της πολιτικοποίησης του τραύματος και, ως εκ τούτου, της επούλωσής του. Η adrienne maree brown (brown, Gent, Han, S και Shange, 2021, 43:00) προσθέτει: «Όταν σκέφτομαι την κατάργηση, σκέφτομαι πόση επούλωση χρειάζεται να γίνει για εμάς ώστε να φτάσουμε στο σημείο όπου όλες οι ζωές θα μετράνε τόσο ώστε να αξίζουν υπεράσπιση και προστασία και χώρο να μεταμορφωθούν· και το ερώτημά μου αυτό αφορά το ποιες/α/ους σκεφτόμαστε όταν αναφερόμαστε στο “εμείς”, όταν σκεφτόμαστε ποιες/α/οι αξίζουν προστασία. Πάντα προσπαθώ να διευρύνω το “εμείς” και αναρωτιέμαι πώς μπορώ να το κάνω. Χωριζόμαστε σε κατηγορίες από εκείνους που ωφελούνται από το να είμαστε διαχωρισμένες/α/οι». Στη διεύρυνση του «εμείς» σκέφτομαι πως κατοικεί μια αμετάκλητη προσήλωση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής και του χτισίματος της κουλτούρας της συμπόνιας η οποία αντιτίθεται στην κουλτούρα του εγκλεισμού και της τιμωρίας. Με την κουλτούρα της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης να αποτελούν μια καθημερινή, πολιτικοποιημένη και αγωνιστική πράξη απέναντι στις στρατηγικές απανθρωποποίησης και κατασκευής των «άλλων», βασικός γνώμονας είναι η αποϊδεολογικοποίηση των συστημάτων εξουσίας και καταπίεσης ως φορέων δικαιοσύνης, και η αναγνώριση αυτών ως μηχανισμών πρόκλησης τραύματος. «Η κατάργηση είναι μια μορφή προστασίας και υπεράσπισης της ανθρώπινης ζωής η οποία δεν βασίζεται στην ενίσχυση του νόμου. Συνεπώς, είναι πολύ προσωπική, ατομική, και ταυτόχρονα καθολική, καθώς υπόσχεται να μην ενισχύει τον νόμο και να μην παραδίνεται σε αυτόν» (brown, Gent, Han, S και Shange, 2021, 1:22:24). Είναι, δηλαδή, μια πράξη συλλογικής, «ηθικής και πολιτικής υπευθυνότητας που αποτελεί τη βάση της αλληλεγγύης» (Bhandar και Ziadah, 2020). Έχει ενδιαφέρον να λάβουμε υπόψη ότι η δέσμευση σε αυτήν τη μορφή υπευθυνότητας επιτελείται πρωτίστως ως αρχή και πειθαρχία, όπως προτάσσει η φράση «hope is a discipline» της Kaba (Kaba, 2021, σελ. 24), και ως δυνατότητα επούλωσης των συλλογικών τραυμάτων από τη λευκή κυριαρχία, τον καπιταλισμό και την ετεροκανονικότητα. Κι αυτό διότι οι φυλακιστικές (sic) ιδεολογίες είναι επιπλέον ενισχυμένες από τη ματιά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που επιλέγει να ερμηνεύει την ανθρώπινη φύση ως εγωιστική, ανταγωνιστική και κυριαρχική, στοχεύοντας έτσι στην αποδυνάμωση των κοινωνικών σχέσεων, προωθώντας ταυτόχρονα μια κοινωνικά ριζωμένη εσχατολογική προσέγγιση που περιφρονεί τη διάθεση ρευστότητας, επανόρθωσης και μετασχηματισμού της ίδιας της ζωής. Η θεωρία των φεμινισμών της κατάργησης συνομιλεί πολύ διακριτά με τη θεωρία του συναισθήματος, προεικονίζοντας την επούλωση των κοινωνικών μας σχέσεων μέσω της εξάσκησης συναισθημάτων όπως είναι η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια∙ συναισθήματα πολύ σημαντικά για το τραυματισμένο νευρικό μας σύστημα που βρίσκεται συνεχώς σε μια αίσθηση επαγρύπνησης και απειλής, μέσα στο παρόν κλίμα βίας, απομόνωσης, αβεβαιότητας και καταπίεσης (Maté, 2022).

Είναι κάπου εδώ που οι φεμινισμοί της κατάργησης επαναφέρουν το ερώτημα προσέγγισης του συναισθήματος: με ποιους τρόπους μέσω ενός καταργητικού φεμινισμού μπορούμε να δούμε πέρα από τα καθεστώτα εγκλεισμού, τιμωρίας και συνόρων τα οποία έχουν ορίσει τις ανθρώπινες γεωγραφίες με βάση συναισθήματα όπως είναι ο πόνος, ο φόβος, η μοναξιά και το μίσος; Πώς μπορούμε να φανταστούμε την κατάργηση της συνεχούς αναπαραγωγής ανθρώπινης κακοποίησης και τραύματος, παύοντας να τα δικαιολογούμε ως πρόσχημα σωφρονισμού, προνομίου ή έλλειψης αθωότητας; Η απάντηση νομίζω βρίσκεται στην εξάσκηση της πεποίθησης ότι η ασφάλεια και η επούλωση οφείλουν να αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας για τα οποία δεν χρειάζεται να υφίσταται κανένα τεκμήριο υπεροχής ή αθωότητας (brown, 2020). Αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με την επανορθωτική και τη μεταμορφωτική δικαιοσύνη, οι συνέπειες για τον δράστη πραγματοποιούνται με διαφορετικό τρόπο, χωρίς να περνάνε μέσα από ένα τιμωρητικό και εκδικητικό σύστημα: «καθορίζονται σε άμεση σχέση με τη βλάβη που προκλήθηκε και περιλαμβάνουν την άποψη όσων υπέστησαν τη βλάβη αυτή» ενώ μπορούν να αφορούν την αφαίρεση προνομίων και το «να νιώσει κάποιος άβολα ή να χάσει την εξουσία που κατέχει, χωρίς να του στερηθούν όμως οι συνθήκες για να ζήσει» (Kaba, 2021, σελ. 137). Η δυνατότητα επούλωσης των κακοποιητών είναι ένα ζήτημα που επανεμφανίζεται συχνά στους φεμινισμούς της κατάργησης και αυτό διότι, κάτω από το πρίσμα της μεταμορφωτικής δικαιοσύνης, η σχέση κακοποιητή και επιζώσας τοποθετείται στο πλέγμα των κοινωνικών δομών, επισημαίνοντας πως η έμφυλη βία δεν είναι κάτι το έμφυτο και πως η ριζική συστημική αλλαγή είναι προϋπόθεση για τη μεταμόρφωση και την επούλωση των έμφυλων σχέσεων. Μάλιστα, η μετατόπιση της συλλογικής αντίληψης για τη δικαιοσύνη από την τιμωρία στη δυνατότητα μετασχηματισμού και οι δύσκολες συζητήσεις που μια τέτοια διαδικασία επιφέρει είναι απαραίτητες για το φεμινιστικό καταργητικό κίνημα (Kaba, 2021). Σύμφωνα με τη Mariame Kaba, «το να μπερδεύουμε τη συναισθηματική ικανοποίηση με τη δικαιοσύνη δεν είναι καταργητικό» (στο ίδιο, σελ.133). Ενώ η επιθυμία για εκδίκηση εντός μιας ανεξέλεγκτα άδικης και βίαιης κοινωνίας είναι κάτι απολύτως κατανοητό, όπως χαρακτηριστικά έχει γράψει: «η κατάργηση δεν έχει να κάνει με τα γαμοσυναισθήματά σου» (στο ίδιο, σελ. 152). Ο ισχυρισμός αυτός δεν ισοδυναμεί με άρνηση ή υποτίμηση του συναισθήματος, αλλά προεικονίζει μια διαφορετική διαχείριση αυτού από εκείνη του φυλακικού κράτους· μια συνθήκη δηλαδή στην οποία όλα τα συναισθήματα μπορούν να βιωθούν, να εκφραστούν και να διοχετευτούν σε έναν ασφαλή χώρο, χωρίς να εργαλειοποιούνται προς μια καταστροφική, τιμωρητική αντιδραστικότητα. Η οπτική της Kaba γύρω από το συναίσθημα μοιράζεται αρκετά κοινά με αυτή της Patrisse Cullors, η οποία στο βιβλίο της An Abolitionist’s Handbook θέτει την απόκριση αντί της αντίδρασης ως βήμα καταργητικής πρακτικής στην καθημερινότητα (σελ. 49). Σύμφωνα με την Cullors και την Kaba, η συνειδητή απόκριση αντί της αντίδρασης δεν μπορεί να πραγματωθεί αν δεν επιτρέψουμε στις εαυτές μας να αισθανθούν και να πάρουν τον απαραίτητο χρόνο που χρειάζονται για να βιώσουν όλα τα δύσκολα και επίπονα συναισθήματα (Cullors, 2022∙ Kaba, 2021): «στην πραγματικότητα χρειάζεται να είμαστε στο εδώ και το τώρα, να το διαχειριστούμε ολόκληρο. Τον φόβο, τον θυμό, τα αισθήματα εκδίκησης, το μπρος-πίσω στο να τους θες μια μέρα νεκρούς, την επόμενη να είσαι καλά. […] Γιατί το να επουλωθείς δεν είναι προορισμός. Είσαι συνεχώς στη διαδικασία. […] Δε σημαίνει ότι αυτό που βιώνεις δεν θα σε βοηθήσει προς την επούλωση. […] Αλλά ενώ είσαι σε αυτό, συχνά δεν μοιάζει καθόλου έτσι». Ο χώρος και ο χρόνος επεξεργασίας των συναισθημάτων, ο χρόνος για να βιωθεί το πένθος είναι στο επίκεντρο της επουλωτικής διαδικασίας της μεταμορφωτικής δικαιοσύνης, η οποία εμπεριέχει μια μετακίνηση γύρω από την αντίληψη της έννοιας του μετασχηματισμού ως γραμμική διαδικασία, αλλά και της ίδιας της βλάβης. Όπως υποστηρίζει η brown (2020), χρειάζεται «να δούμε τις ατομικές προκλήσεις βλάβης ως συμπτώματα της συστημικής βίας, και να κάνουμε ό,τι μπορούμε συλλογικά για να διαλύσουμε τα συστήματα αυτά και να ελευθερώσουμε όσες/α/ους περισσότερες/α/ους από εμάς» (κεφ. Unthinkable Thoughts). Με άλλα λόγια, για την πραγματοποίηση κοινωνικών αλλαγών απαιτείται η απομάθηση των τρόπων με τους οποίους έχουμε διδαχθεί να ερμηνεύουμε και να αισθανόμαστε ασφάλεια και προστασία και «να ανασκάψουμε το πώς η λευκή κυριαρχία, η ετεροκανονικότητα και άλλες καταπιέσεις έχουν κεντρική θέση στους φόβους μας» (Jackson και Meiners, 2021, σελ. 272). Κάτι παρόμοιο εντοπίζει και η Angela Y. Davis στο συλλογικό φαντασιακό του ρατσισμού, χαρακτηρίζοντάς το ως «ολίσθηση σε ένα συγκεκριμένο είδος παλινδρόμησης, ένα είδος νηπίωσης» μέσω της απλοποίησης των πολιτικών ζητημάτων από τον κυβερνητικό λόγο και την τυφλή παράδοση στο συναίσθημα. Όπως επισημαίνει: «δεν προτείνω ότι το συναίσθημα πρέπει πάντα να δίνει χώρο στη λογική, αλλά λέω ότι χρειάζεται να αναγνωρίζουμε τη διαφορά» (Davis, 2005, κεφ. 4). Η διαφορά αυτή ίσως έγκειται στον τρόπο με τον οποίο το συναίσθημα μένει παρόν στα κοινωνικά ερωτήματα και τους αγώνες με τρόπο τέτοιο που δεν τα αποπολιτικοποιεί, δεν τα απονευρώνει και δεν τα αφήνει να παραδοθούν στο τραύμα το οποίο λειτουργεί ως απόσπαση της προσοχής μας (Blackwell, 2022) από τα ριζικά προβλήματα, αναπαράγοντας έτσι ενίοτε το μοντέλο του εκδικητικού, φυλακικού κράτους.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για επούλωση του τραύματος και ριζοσπαστική συμπόνια, αν δεν ενεργοποιήσουμε τη φαντασία μας ως προς αυτά πέρα των καταναλωτικών, εμπορευματοποιημένων πλαισίων που έχουμε συνηθίσει, αν δεν εντάξουμε ενεργά στην προεικονιστική πολιτική της κατάργησης τη δυνατότητα πρόσβασης στην ψυχική υγεία και την ψυχοθεραπεία χωρίς οικονομικό αντίτιμο, αν δεν συζητήσουμε για μια δωρεάν, ολιστική εκπαίδευση, αν δεν αναγνωρίσουμε στην επανορθωτική και τη μεταμορφωτική δικαιοσύνη έναν δρόμο απεύθυνσης του ατομικού και συλλογικού τραύματος που πραγματώνεται πέραν των αποκλεισμών που παράγει το ιατρικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Και έτσι να διεκδικήσουμε τη θεραπεία των σωμάτων μας μέσω της απόλαυσης και της συμμετοχής μας σε μορφές συλλογικής επούλωσης που μας έχουν στερηθεί, όπως είναι η χαρά της ίδιας της κοινότητας, η (αυτο)φροντίδα, η καλλιτεχνική δημιουργία. «Αυτό που ενσωματώνουμε, αυτό είναι η πεποίθησή μας» λέει ο Prentis Hemphill (Blackwell, 2022). Πιστεύω πως η ανάκτηση της εσωτερικής δύναμης μέσω του σώματος και της ενεργοποίησής του σε μορφές δημιουργίας μπορεί να είναι ιδιαίτερα επουλωτική, τόσο για τη σχέση με την εαυτή μας όσο και για τη σχέση μας με τους άλλους. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς διάφορες μέθοδοι όπως το ψυχόδραμα και το κοινωνιόδραμα που συνδυάζουν την εκδραμάτιση με τον αυθορμητισμό και την ψυχοθεραπεία μπορούν πιθανώς να προσφέρουν πολύ χρήσιμα εργαλεία στο πεδίο της διαμεσολάβησης για την επανορθωτική και τη μετασχηματιστική δικαιοσύνη, μέσω της καλλιέργειας της ενσυναίσθησης (Stouraiti, 2021, σσ. 128-139) όταν γίνονται σε ένα ασφαλές και καλά ενημερωμένο πλαίσιο. Το ίδιο ισχύει για όλες τις μορφές τέχνης, όπως για παράδειγμα τα εικαστικά και τις δυνατότητες που αυτά προσφέρουν μέσω της απελευθέρωσης της φαντασίας, της εξοικείωσης με τον πειραματισμό και το ανοίκειο. Πώς, δηλαδή, μέσω των υλικών πραγματώνεται μια εξέλιξη η οποία διαπερνά την επουλωτική διαδικασία «γιατί κάποιος αφήνεται, λερώνεται, έρχεται σε επαφή με διαφορετικά υλικά από αυτά που νομίζει ότι τον καθρεφτίζουν, ανοίγεται, εμπιστεύεται», σύμφωνα με την art therapist Χρυσούλα Πλακιώτη (προσωπική επικοινωνία, 19 Νοεμβρίου 2022). Και όλο αυτό δεν συμβαίνει με αισθητικά κριτήρια, αλλά έχοντας στο επίκεντρο το άτομο πίσω από τη διαδικασία και τον τρόπο εμπλοκής και δέσμευσής του με αυτή. Ίσως εδώ θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια περαιτέρω σύνδεση με τον όρο «καταργητική φεμινιστική αισθητική» (Davis, Gent, Meiners και Richie, 2022, Introduction) και τη σχέση του με την τέχνη ως εργαλείο προεικονιστικών συνθηκών. Τη σχέση μας με την τέχνη, δηλαδή, ως κομμάτι αναπόσπαστο της ανθρώπινης υπόστασης μέσω της αποσύνδεσής της από τα ταξικά προνόμια, την εμπορευματοποίηση και τον ικανοτισμό, και της ενσωμάτωσής της στη ζωή ως μια επαναληπτική και διευρυμένη διαδικασία καταργητισμού, συνεργασίας, εμπιστοσύνης, παιχνιδιού, φαντασίας, πειραματισμού και ενδυνάμωσης.

Θυμάμαι μερικούς στίχους από ένα ποίημα του Harry Josephine Giles με τίτλο «Abolish the Police» που ξεκινάει ως εξής: «Το φεγγάρι κάνει τα ποιητικά του και έτσι διαλύει την αστυνομία», ενώ ένας άλλος στίχος πιο κάτω λέει: «προτού συνεχίσουμε  πρέπει να δεχτούμε ότι το “Καταργείστε την Αστυνομία” δεν είναι μεταφορά […] Η αστυνομία δεν είναι μεταφορά: είναι η γροθιά του κράτους» (Giles, 2020, σελ. 139). Θέλω να πω πως η κατάργηση δεν είναι μεταφορά, / το φεγγάρι δεν είναι μεταφορά, / η επούλωση δεν είναι μεταφορά, / η μεταμόρφωση δεν είναι μεταφορά και / τίποτα από όλα αυτά δεν λειτουργεί ως αλληγορία. Οι κόσμοι μας δεν είναι μεταφορά∙ είναι όλες οι δυνατότητες και τα φεγγάρια που μπορούμε να ενσωματώσουμε.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Καραστάθη, Ά. (2018). «Η ατμοσφαιρικότητα της βίας υπό συνθήκες συνυφασμένων κρίσεων», Feministiqa, 1, σσ. 6-15.

Ξενόγλωσση

Bhandar, B., & Ziadah, R. (2020). Introduction. Στο Revolutionary feminisms: Conversations on collective action and radical thought. Verso.

Blackwell, A. G. (30 Ιουνίου 2022). Radical healing with Prentis Hemphill. Radical Healing, Season 4, Episode 1. Ανακτήθηκε 1/9/2022 από https://www.policylink.org/episodes/radical-healing.

brown, a. m. (2020). We will not cancel us: And other dreams of transformative justice. AK Press.

brown, a. m., Brown, A., Dixon, E., & Piepzna-Samarasinha, L. L. (2021). Survival as transformative justice: “Live and work and be free and heal”. Yes Magazine, The Solving Plastic Issue: Culture Shift. Ανακτήθηκε 1/9/2022 από https://www.yesmagazine.org/issue/solving-plastic/2021/05/10/transformative-justice-live-work-be-free-heal.

brown, a. m., Gent, G., Han, S., & Shange, S. [UC Santa Cruz Arts, Lectures and Entertainment] (2021, May 12). Visualizing abolition: Futures [Video]. Youtube. Ανακτήθηκε 1/9/2022 από https://www.youtube.com/watch?v=i5OYwqw1rIk.

Cullors, P. (2022). An abolitionist’s handbook: 12 steps to changing yourself and the world. St. Martin’s Press.

Davis, A. (2003). Are prisons obsolete?. Seven Stories Press.

Davis, A. (2005). Abolition democracy: Beyond empire, prisons and torture. Seven Stories Press.

Davis, A. Y., Gent, G., Meiners, E. R., & Richie, B. E. (2022). Abolition. Feminism. Now.  Penguin, 2022.

Dillon, S. (2022). I must Become a menace to my enemies: Black feminism, vengeance, and the futures of abolition, GLQ: A Journal of Lesbian and Gay Studies, 28(2), 185.

Giles, H. G. (2020). Abolish the police. Στο Abi-Karam, Α. & Gabriel, K. (επιμ.), We want it all: An anthology of radical trans poetics (σσ. 139-143). Nightboat.

Jackson, J. L., & Meiners, E. R. (2011). Fear and loathing: Public feelings in antiprison work, WSQ: Women’s Studies Quarterly, 39(1/2), 272.

Kaba, M. (2021). We do this ‘Till we free us”: Abolitionist organizing and transforming justice. Haymarket Books.

Maté, G. (2022). The myth of normal: Trauma, illness and healing in a toxic culture. Avery Publishing.

Stouraiti, A. (2021). The use of psychodrama in mediation training, Mediares, 1, 128-139. https://www.mediaresrivista.it/wp-content/uploads/2021/08/psychodrama-stouraiti.pdf

*Κατερίνα Στάμου

Η Κατερίνα Στάμου είναι ανεξάρτητη επιμελήτρια και υποψήφια διδακτόρισσα στο τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Αντικείμενο της έρευνάς της αποτελούν οι επανορθωτικές (reparative) πρακτικές στη διασταύρωση τέχνης, κοινότητας και κοινωνικής αλλαγής.

ΠΗΓΗ: https://feministiqa.net/feminismoi-katargisis-kosmoi-pou-den-epanatravmatizoun/

Join the sexolution: Για συμμετοχή στο sexpositive.gr κάνε κλικ εδώ